κουβαλές (ο)

0
9

εκείνος που η εργασία του είναι να κουβαλά. Συνήθης φράση: Εμένα ο γιος μου θα πάει στο Μαλεβίζι σαν κουβαλές στα σταφύλια

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here