κουράδι (το), κουραντάς (ο)

0
10

το κοπάδι κυρίως από αιγοπρόβατα (αρχ. κούρα = φροντίδα). Συνήθεις φράσεις: Εμπήκε ένα κουράδι μπρόβατα και κρεμαστήκανε κάτω απ ‘τσι ελιές και τσι κάμανε κουτσούρι κουτσούρι. Ή: Ήπεσε ένα κουράδι σπουεγίτες στο σπαρμένο και το ρήμαξε

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here