κοτσάρω, κοτσέρνω

0
28

πασάρω, βάζω, δίνω. Συνήθεις φράσεις: Δε φτάνει που δέν βρήκα φάρμακο στο φαρμακείο, μου κοτσέρνει και ο τροχονόμος μια κλίση. Ή: Και βρίχνω την ευκαιρία και του κοτσέρνω δυο κατοστάρικα στη τσέπη, και ντελόγω ήκανε τα στραβά μάθια

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here