κοσκινού (η)

0
1

ασήμαντη γυναίκα, η τελευταία, η παρακατιανή. Συνήθης φράση: Και η κοσκινού τον άνδρα τση με τους πραματευτάδες. (Ο ι κοσκινούδες, που ήταν κυρίως πολύ φτωχές γυναίκες, εκοσκίνιζαν το αλεύρι στα ξένα σπίτια έναντι κάποιας αμοιβής. Και οι γυναίκες όμως αυτές, μίλαγαν για τον άνδρα τους σαν να ήταν κάποιος σπουδαίος)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here