κορνιάζω, κορμνιάζω

0
29

πήζω, σκληραίνω, ξυλιάζω, μουδιάζω. Συνήθεις φράσεις: Εκόρνιασε το τσιμέντο στο σακί. Ή: εκόρμνιασε ο πόδας μου ετόση να ώρα να κάθομαι. (εμούδιασε)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here