κορνιασμένος -η -ο

0
17

σκληρός, δύσκαμπτος, μουδιασμένος, πιασμένος λόγω κακής στάσης του σώματος. Η σκλήρυνση του τσιμέντου στο σακί, του γύψου, κόλας πλακιδίων κλπ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here