κοπρόλακκος (ο)

0
41

ο λάκκος που ανοίγεται για να μπει φρέσκια κοπριά, και να σκεπαστεί για να χωνέψει με τον καιρό, και να γίνει χωνεμένη, και να μην καίει τα φυτά

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here