γρόμπος (ο)

0
26

εξόγκωμα, σκληρό σημείο του σώματος, λίπωμα. Συνήθης φράση: Ήδωκα μια κουτουλιά στην ελιά και ήκαμε ένα γρόμπο η κεφαλή μου σα τ΄αυγό

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here