γρηκώ, δρηκώ, αγρηκώ, γρηκίζω

0
25

ακούω, εννοώ, μαθαίνω, καταλαβαίνω, αισθάνομαι, νοιώθω, μυρίζομαι, οσφραίνομαι, πληροφορούμαι. Συνήθεις φράσεις: Γρηκώ πατήματα (βήματα) έρχουνται σάικα (ακούω) .Ή: Εγώ του τα αρμηνεύγω του κοπελιού ούλα τανα, μα γρηκά μου; (με υπακούει;). Ή: Εγώ γρηκώ πως μουδέ στο χωργιό του δε θα τονε ψηφίσουνε (μαθαίνω, πληροφορούμαι). Ή: Γρηκάτε μρε ήντα λέει εκειοσές ο άθρωπος αν είναι στα καλά του (ακούτε)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here