γραίνω, γραίνομαι

0
21

βρέχω, βρέχομαι, υγραίνω, ποτίζω. Συνήθεις φράσεις: Έλα επαέ να πεις μνιά να γράνεις το λαιμό σου. (να υγράνεις, να δροσερέψεις) Ή: Άμε να πας να τα ποτίσεις μα μη ξανοίγεις πολλά πράματα, γράνε τα μόνο μόνο ίσα για ζωή κι άλλη φορά τα καλοποτίζεις. (πότισέ τα λίγο) Ή: Εγραθήκανε κακομοίρη τα ρούχα σου μονό βγάλε τα να στεγνώξουν (βραχήκανε)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here