γραντίζω, γραντώ

0
114

βρίσκω τον μπελά μου, πέφτω σε συμφορά, απαυδώ, εξαντλούμαι από μεγάλη ταλαιπωρία η μπλέξιμο, αρρωσταίνω, μπλέκω σε δυσάρεστες καταστάσεις. Συνήθεις φράσει: Ήμπλεξα και γράντισα μετά όνομή σου. Ή: Δέ παρετά αυτός ο άθρωπος α δε με γραντίσει στην υστεργιά δε παρετά

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here