γουλωτός -ο

0
1

άσπρος τρυφερός, συνήθως όταν το ραδίκι είναι χωμένο το μισό στο αφράτο χώμα έχει λευκό χρώμα και λέμε ότι είναι γουλωτό. Συνήθης φράση: Επήγα σήμερο και πέτυχα ροδίκιο, μα ήντα καλό και γουλωτό ήτανε, είχε άχερα ο τόπος και κάμανε κιόλας το χωράφι, και το ροδίκιο ήτανε χωσμένο το μισό στο χώμα, σα τα χιόνια άσπρο ήτονε)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here