γουλίδι (το)

0
50

τεμάχιο, για τυρό ολόκληρο, ενίοτε όμως και η γουλιά, η ρουφηξιά. Συνήθεις φράσεις: Κόψε ένα καλό γουλίδι κρέας και πέψε το του παππού σου. (ένα μεγάλο τεμάχιο κρέατος) Ή: Ήδωκά του τρία καλά γουλίδια τυργιά μα το φιλότιμό ντου αυτηνού δε τό ‘δα. (τρία ολόκληρα τυριά) ‘Η: Από το ζόρε μου εκτέβασα ένα καλό γουλίδι ρακί κατά λάθος και το πέρασα για νερό! (μια καλή ρουφηξιά). Ή:Πιάσε εκιονέ το γουλίδι να σκεπάσεις το κρασί (τον μαγειρεμένο μεζέ)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here