γινωμένος, γκινωμένος -η -ο

0
41

Α. Αυτό πού έχει ωριμάσει Β. Αυτό που ήδη έχει γίνει, έχει φτιαχτεί

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here