εξεφληθήκανε, εξοφληθήκανε

0
6

εχάθηκανε , χάθηκαν τα είδη. Συχνές φράσεις : Ήτονε μια βολά έπαδά πολλά δροσάπιδα, μα δα εξεφληθήκανε (δεν υπάρχει πλέον το είδος) Ή: Είχε επαδά γύρου γύρου πολύ ροδίκιο, μα δά εξοφλήθηκε (χάθηκε). Ή: Από ντα ν’ ήρθανε οι ξένοι επαδά και παλαγιαστήκανε τσί χοχλιούς, κοντεύουνε να εξοφληθούνε (λιγόστεψαν πολύ)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here