εξά, αξά (αρχ. Εξάζω, εξουσιάζω)

0
55

ησυχία, ανεξαρτησία εξουσία, δύναμη. Συνήθης φράση: Εμά! δεν έχω μπλιό την αξά μου μηδέ να περνώ από το χωράφι μου;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here