ερέχτηκα

0
33

λιμπίστηκα, μου αρέσει, έβαλα στο μάτι (ρ. ρέγομαι, αρχ ωρέγομαι). Συνήθης φράση: Δεν μας είπες δα Μανωλιό, δέν ερέχτηκες κιαμιά κοπελιά από το χωργιό μας;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here