εποφυλήρανε, εβασιλέψανε

0
1

εποχαθήκανε, εχαθήκανε από αρρώστια ή από γεράματα. Συνήθεις φράσεις: Εποφυλήρανε τα μάθια ντου από τα γεράματα = εποχαθήκανε τα μάτια του από τα γεράματα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here