χρειγιά (η)

0
7

χρειαζούμενο, δοχείο που μπορεί να χωρέσει κάτι, όπως λεκάνη κουβάς, σακί, σακούλα κλπ. Συνήθης φράση: Πχιάσε μνιά χρειγιά να βάλεις εκεινεσές τσι πατάτες, να τσι πάς του κυρού σου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here