χωσά (η)

0
11

ενέδρα, στένω χωσα= κάνω ενέδρα. Συνήθης φράση: Πιάνει και στένει ντου χωσά, κι επίβουλο καρτέρι, ξαρμάτωτο τον ήβρικε, κι είχε αδειανά τα χέρια

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here