χορτοψωμισμένος -η -ο

0
8

χορτάτος, νεόπλουτος. Συνήθης φράση: Αυτός εδά είναι χορτοψωμισμένος και δέ τρώει ετσά φαγιά

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here