χοροφελέτης, χροφελέτης (ο)

0
3

εκείνος που του χρωστάνε. Συνήθης φράση: Ήπιασε ο λεγάμενος και ήκλεψε μου ούλα τα απίδια, ιδέ ένα χοροφελέτη!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here