χιαλέπι, χιαλεπιτζίδικα (τα)

0
14

καταστροφή, άνω κάτω. Συνήθης φράση: Εμπήκε στο μαγαζί μεθυσμένος και τά ‘καμε ούλα χιαλεπιτζίδικα, (σε άθλια κατάσταση)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here