χιαχιρντίζω, σασιρντίζω, χιαχιρντίζω

0
12

ξαφνιάζομαι, παθαίνω σύγχυση, τρομάζω με αυτό που ακούω ή βλέπω. Συνήθης φράση: Είδε το κοπέλι να του ορμά ο άγριος τράγος και χιαχίρντισε απ το φόβο του

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here