χαστούμπα, μαλαστούμπα (η)

0
11

τούφα, τούφα από πανιά ή λινάρι, πανιά η λινάρι ανακατεμένα με διάφορα όπως λάσπη γύψο, κοπριά κτλ). Συνήθεις φράσεις: Πιάσε μια χαστούμπα πανιά, δέσε τηνε σέ ένα κοντάρι και καθάρισε το μπουρί. Ή: Εκαθάρισα την αποχέτευση και έβγαλα μια μαλαστούμπα μαλλιά. Η: Σάσε μια μαλαστούμπα με λινάρι και πηλό και κλείσε τη τρύπα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here