χαρχαλέυω, χαρχαλεύγω, τσαχαλέυω, τσαχαλεύγω

0
16

θορυβώ ενώ φτιάχνω κάτι, κάνω θόρυβο ξεσκαλίζοντας κάτι. Συνήθης φράση: Μα ήντα χαρχαλέυγεις ετά στο συρτάρι και δέ μ’ αφήνεις να κοιμηθώ;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here