χαλικούτης (ο)

0
2

ακατήγατος, αποδιοργανωμένος, άτσαλος, ακατανόητος στην ομιλία. Συνήθης φράση: Και πήγε και ο χαλικούτης να βγάλει λόγο, και εκειά που τα μασούσε, εσκάσανε ούλοι στα γέλεια!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here