χάλι, χάλιο (το)

0
16

σκουπιδιάρη, αθλιότητα. πλυθ. χάλια (σκουπίδια, αθλιότητες). Συνήθης φράση: Ελα παέ ξάνοιξε γιατί θαρρώ πως εμπήκε ένα χάλιο στ’ αμάτι μου. Ή: Δε θωρείς το χάλι σου καημένε μόνο μου θές και παντριές

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here