χαχάλι, διχάλι (το)

0
28

ξύλο με διχάλα στην άκρη σε σχήμα V, προεξέχον τμήμα που μπορεί να πιαστεί κάτι. Συνήθης φράση: Να πιάσω θέλω ένα χαχάλι, και θα σας ε κολλώ ίσα με να βρέξει! Η: πχιάσε τη βούργια και κρέμασέ τηνε εκειέ στο χαχάλι του κλαδιού τση χαρουπχιάς

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here