0

ψεγάδι, ψέγος (το)

0

ψακώνω -μαι

0

ψαλιδόκωλος (ο)

0

ψεγαδιάζω

0

ψίκι (το)

0

ψαρογάροι (οι)

0

ψωματένιος -α -ο

0

ψιψιρίζω