0

κοπεί, κόβει

0

κοπελάτα (τα)

0

κοπέλι (το)

0

κοπελιά (η)

0

κοπελιάρης (ο)

0

κοπιάζω, κοπχιάζω

0

κοπίαση (η)

0

κοπρόλακκος (ο)

0

κορακίστικα (τα)

0

κοράντσα (η)