ατζηρίτι (το)

0
20

ιδέ αγλάκιο. επίρ ατζιρητιχτί = τρέχοντας. Συνήθης φράση: Ισα με να ιδώ τον αμπελικό να με σγώνει, πιάνω και εγώ και το ρίχνω στ΄ατζιρίτι και γίνηκα καπνός! Πού να με πιάσει!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here