αστιβίδα, αστιβιά (η)

0
26

ο φρυγανώδης πυκνός θάμνος, φυτό αφάνα (αστοιβή, αστοιβιά, αστοιβάδα. Δεν εξέλειπε από κανένα σπίτι γιατί κάθε τόσο ανέβαιναν στα ορεινά και φόρτωναν το γαϊδούρι με δύο μεγάλα δεμάτια ”φουντερά” θυμάρια για προσάναμμα στη φωτιά ή για προσάναμμα στο φούρνο, αυτά ήταν οι αστιβίδες, τα θυμάρια, η θρούμπα οι αθινοκαλιές κλπ)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here