ασφεντουρίδι, σφεντουρίδι (το)

0
3

η εκσφενδόνιση. Συνήθης φράση: Εκειά που εκράθιουνα το κατσούλι και το χάιδευα μου δίνει ένα δακανίδι, και δε χάνω και εγώ καιρό και του ρίχνω έν’ ασφεντουρίδι και στάλισε απάνω στη μουρνιά!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here