αρούβαλος, ανερούβαλος -η -ο

0
92

ο άτσαλος ο μη ταχτικός, ασυμπάθιστος, απρόσεχτος. Συνήθης φράση: Ανεμάζωξε σε ένα τόπο τα βιβλία σου και τα τετράδια σου, κρέμασε τα ρούχα σου στη ντουλάπα, βάλε μια τάξη στα πράματα σου, μην είσαι αρούβαλος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here