αποκατασταλάσσω

0
10

καταλήγω κάπου, αποκρυσταλλώνω γνώμη, καθιζάνω στον πάτο. Συνήθεις φράσεις: Τελικά το καλοσκέφτηκα και έχω αποκατασταλάξει τση γνώμης, πως τελικά δε μου κάνει το χωράφι. Ή: Βάλε το θολό κρασί μέσα σε ένα γυάλινο μπουκάλι και άσε το να αποκατασταλάξει μιά ολιά και να πάνε τα κατακάθια στο πάτο

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here