αποφυρώ

0
21

Α. στερεύω (εποφύραξε η πηγή = στέρεψε η πηγή) Β. ε μάζεψε, (αποφύραξε το ξύλο)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here