αντιστοιβάσσω

0
20

αντιχτυπώ, σείομαι τραντάζομαι δυνατά, ανεβοκατεβαίνω, δονούμαι. Συνήθης φράση: Ηπεσε μου το δοκάρι απ’ τα χέρια και αντιστοιβάσσει χάμε και μου χτυπά η άκρα του στο κούτελο

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here