αντισκάρι (το)

0
2

αντίσταση, υπομόχλιο, μποντέλο αλλά και εμπόδιο. Συνήθης φράση: Επλακώσανε δυο τρείς Τούρκοι, μα ο παππάς ήβαλε το μπέτη του αντισκάρι και δεν αφήκε κιανένα να μπει μέσα στην εκκλησία

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here