ανεβάρετος (ο)

0
9

αυτός πού δεν βαριέται ποτέ, ο ακούραστος, αεικίνητος. Συνήθης φράση: Μάνα μου μάνα μου ανεβάρετος άθρωπος ο άντρας σου, την υγειά του να ‘χει δε σταματά λεφτό

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here