αναχούρδα, χούρδα (η)

0
13

ξεμαλλιασμένη, χούρδα όρθα = κότα με φουσκωτά άταχτα φτερά. Συνήθης φράση: Πώς ήκαμες ετσά ανάχουρδα τα μαλλιά σου σα τση χούρδας όρνιθας;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here