ζαλιά, ζαλέ (η)

0
45

πατημασιά, ίχνος πέλματος ανθρώπου ή ζώου. Συνήθης φράση: Από επαέ περάσανε τα πρόβατα σάικα, γιατί θωρώ τσι ζαλιέ -ν τως

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here