ξεγιβεντίζω

0
47

προδίδω τη βρωμιά κάποιου, αχρηστεύω. Συνήθεις φράσεις: Επήγα και τονε ήβρηκα στο καφενείο και τον ε ξεγιβέντησα καλά καλά. Ή: Ήντα τό ‘βαλες το αρνάκι με τα κολοκύθια και δε το καμες αυγολέμονο, μόνο μου το ξεγιβέντισες

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here