ξεγιβεντισμένος -η -ο

0
80

ρεζιλεμένος από τη κοινωνία, ο ξευτελισμένος. (ουδ, πλυθ. γίβεντα= σαχλαμάρες, αηδίες)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here