βίσσαλο (το)

0
51

σπασμένο κεραμίδι ή σπασμένο κομμάτι πήλινης κατασκευής. Συνήθης φράση: Να πάω θέλω σε ένα τόπο που κατέχω πολλά βίσσαλα να κουβαλήσω καμπόσα να σάσω ένα φουρνάκι. (Παλιά όπου ήξεραν μέρη με σπασμένα πιθάρια, βίσσαλα, πήγαιναν και τα μάζευαν και με αυτά έφτιαχναν την εσωτερική μόνωση του φούρνου μαζί με αργιλόχωμα. Τέτοιες περιοχές ήταν η Γόρτυνα και στο Ψηλό Καστέλι, φυσικά από τα σπασμένα πιθάρια που δυστυχώς δεν περισώθηκαν)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here