τσιριά, τσιρέ

0
51

πέταγμα νερού με πίεση, πότισμα, ρουφηξιά, τζούρα, ούρηση. Συνήθεις φράσεις: Ρίξε μια τσιριά νερό στο βασιλικό γιατί πάει να ξεραθεί (πότισε). Ή: Πάω να ρίξω μια τσιριά γιατί θα σπάσει η φούσκα μου (να ουρήσω). Ή: Ε άντε, δε θα πιούμε και μεις μια τσιριά ρακή που στέγνωσε ο λαιμός μας; (τσούρα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here