τσίμαρος, τσούμαρος (ο)

0
56

νέος ντελικανής ή νεαρό ζώο, ζωηρός νέος της κρητικής υπαίθρου από δεκαπέντε έως δεκαεφτά περίπου χρόνων, όπου δραστηριοποιείται στην εξοχή κάνοντας πλάκες με φίλους, ή τριγυρνά σε πλατείες σε δρόμους στο χωριό και μαζί με άλλους κάνουν νεανικές τρέλες. Συνήθεις φράσεις: Εκατεβήκανε πάλι δυο τρείς τσίμαροι από τη πάνω γειτονιά και εξεσηκώσανε με τα καμώματά ντως ούλη τη κάτω γειτονιά. Η: Ένας τράγος τσούμαρος, ήσπασε το σκοινί και μπήκε στο περβόλι και εξέκαμέντα ούλα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here