ρουβάσσω, περουβάσσω, πορουβάσσω

0
42

ορμώ σε ξένη ιδιοκτησία κάνοντας ζημιά ή κλέβω. Συνήθεις φράσεις: Ερούβαξε το κοπέλι στα απίδια και δεν άφησε ένα! Η: Εμπήκε η αίγα μας στο κήπο με τα λάχανα και επορουβάξανέ τα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here