ψιχάλι, ψίχαλο (το)

0
34

λιγάκι, κομματάκι ψίχουλο. Συνήθης φράση: Πιάσε εκειέ να φάς ένα ψιχάλι ψωμί να μην πάνε τα συκώθια σου κάτω

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here