ορνικός -η -ο

0
57

ήσυχος, ανενόχλητος, ελεύθερος στην ησυχία του. Συνήθης φράση: Άστονε μωρέ ορνικό του = άφησέ τον στην ησυχία του

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here